Όλα τα νέα της Βοιωτίας

Όλα τα νέα της Βοιωτίας
Νέα και επιχειρήσεις Βοιωτίας και Στερεάς

Περιφερεια

PITBULL SECURITY ΒΟΙΩΤΙΑ

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Δηλώσεις του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, του Ειδικού επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταπολέμησης Παράνομης Μετανάστευσης της Europol, και της Εκπροσώπου Τύπου της ΕΛ.ΛΑΣ

Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 2017

Δηλώσεις του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποστράτηγου Χρήστου Παπαζαφείρη,  του Ειδικού επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταπολέμησης Παράνομης Μετανάστευσης της Europol, Gabor Sztankovics  και της Εκπροσώπου Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνόμου Β’ Ιωάννας Ροτζιώκου σχετικά με εξάρθρωση διεθνικού εγκληματικού δικτύου που ειδικεύονταν στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων παντός τύπου με σκοπό τη διευκόλυνση της παράνομης παραμονής και διακίνησης αλλοδαπών


Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποστράτηγος Χρήστος Παπαζαφείρης:
Κυρίες και κύριοι καλημέρα σας
Ξεκινώντας την παρουσίαση της σημερινής υπόθεσης, που φέρει την κωδική ονομασία “TAURUS”, θα μου επιτρέψετε καταρχήν, να ευχαριστήσω τον κ. Gabor Sztankovics, ειδικό επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταπολέμησης Παράνομης Μετανάστευσης της Europol, ο οποίος βρίσκεται εδώ μαζί μας.
Κύριε Sztankovics, η παρουσία σας επιβεβαιώνει την κοινή μας πεποίθηση, ότι η ευρωπαϊκή αστυνομική συνεργασία συνιστά το πλέον αποτελεσματικό αντίμετρο στις σύγχρονες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, που οι δράσεις του - άλλα και οι επιδιώξεις του- ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και επηρεάζουν το ευρύτερο περιβάλλον ασφάλειας, αποκτώντας διεθνικό  χαρακτήρα.
Η πλήρης αποδόμηση ενός τέτοιου οργανωμένου διεθνικού κυκλώματος, που έρχεται να προστεθεί στο ενεργητικό της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, αποτελεί και το αντικείμενο της σημερινής μας παρουσίασης.
Αφορά σε ένα δαιδαλώδες εγκληματικό δίκτυο, που δραστηριοποιείτο συστηματικά στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, με σκοπό τη διευκόλυνση κυρίως της παράνομης παραμονής αλλοδαπών στον ευρωπαϊκό χώρο, αποκομίζοντας από τη δράση του μεγάλα χρηματικά ποσά.
Είκοσι συλλήψεις μελών της εγκληματικής οργάνωσης, είκοσι τρεις έρευνες σε οικίες και καταστήματα και ο εντοπισμός τεσσάρων πλήρως εξοπλισμένων εργαστήριων κατάρτισης πλαστών εγγράφων, συνθέτουν τον συνοπτικό απολογισμό της εξάρθρωσης, η οποία επετεύχθη στο πλαίσιο διήμερης οργανωμένης αστυνομικής επιχείρησης την 31 Οκτώβριου και 1 Νοέμβριου 2017.
Για να οδηγηθούμε στα αποτελέσματα που σας παρουσιάζουμε σήμερα, προηγήθηκαν συστηματικές και μεθοδικές έρευνες της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής.
Μάλιστα, οι ερευνητικές διαδικασίες που εφαρμόσαμε περιλαμβάνουν ειδικές ανακριτικές μεθόδους και χρήση ειδικών τεχνικών μέσων, για την καταγραφή και την αποτύπωση των δραστηριοτήτων της εγκληματικής οργάνωσης.
Η πληρότητα της έρευνας μας έδωσε τη δυνατότητα να θέσουμε οριστικά τέλος στη δράση του διεθνικού αυτού δικτύου, τα μέλη του οποίου είχαν αναπτύξει ολοκληρωμένη εγκληματική δράση, στο πεδίο της πλαστογράφησης εγγράφων, με προεκτάσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με αποτέλεσμα να θεωρούνται ένα από τα μεγαλύτερα δίκτυα που έχουν εξαρθρωθεί διαχρονικά στον τομέα αυτό.
Το πλέον βασικό χαρακτηριστικό του εγκληματικού αυτού δικτύου είναι η πολυεπίπεδη οργάνωση και ο εξειδικευμένος επιμερισμός της δράσης των μελών του, που περιελάμβανε όλα τα ενδιάμεσα στάδια, που ήταν αναγκαία για την επίτευξη των εγκληματικών τους επιδιώξεων.
Τα μέλη του εγκληματικού δικτύου, μέσω των διασυνδέσεων τους, δέχονταν παραγγελίες για κατάρτιση πλαστών εγγράφων από αλλοδαπούς που διέμεναν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στη χώρα μας, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να προσδίδουν νομιμοφάνεια στην παραμονή τους και να διευκολύνονται στις μετακινήσεις τους σε άλλες χώρες.   


Αξίζει να σημειωθεί ότι η «γκάμα» των παραγγελιών που αναλάμβαναν δεν περιοριζόταν στο στενό κύκλο των «κλασικών» ταξιδιωτικών εγγράφων, όπως δελτία ταυτότητας, άδειες οδήγησης, διαβατήρια, άδειες διαμονής, σφραγίδες συνοριακού ελέγχου Χωρών Schengen, βίζες, Ειδικών Δελτίων Ταυτότητας Ομογενών, αλλά «εκτεινόταν» και σε άλλα πλαστά έγγραφα, όπως πιστοποιητικά βάφτισης και γέννησης, βεβαιώσεις τύπου Α, κάρτες τραπέζης και κάρτες υγείας.
Οι παραγγελίες αφορούσαν - κατά περίπτωση - στη δημιουργία εξ υπαρχής πλαστών εγγράφων ή στη νόθευση γνήσιων με παραποίηση των επιμέρους στοιχείων τους, ως ακολούθως:
με αντικατάσταση της φωτογραφίας του πραγματικού κατόχου,
με αλλαγή της ημερομηνίας γέννησης και του ύψους ώστε να προσαρμόζεται στην ηλικία του ενδιαφερομένου,
με αλλαγή της ημερομηνίας λήξης, ώστε το έγγραφο να φαίνεται σε ισχύ,
με τοποθέτηση πλαστής σφραγίδας ελέγχου συνοριακής διέλευσης,
με παραποίηση της πρώτης σελίδας του διαβατηρίου, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητας και υπάρχει η φωτογραφία του πραγματικού κατόχου (επώνυμο, όνομα, ημερομηνία γέννησης, τόπος γέννησης, ιθαγένεια, ύψος).
 με τοποθέτηση πλαστής ή νοθευμένης βίζας ευρωπαϊκής χώρας. Αξίζει να σημειώσω ότι η περίπτωση αυτή αποσκοπούσε στη δημιουργία της λανθασμένης εντύπωσης, εκ μέρους των ελεγκτικών Αρχών, ότι ο κάτοχος/χρήστης του πλαστού διαβατηρίου έχει ήδη υποστεί διαβατηριακό έλεγχο και κατά συνέπεια βρίσκεται υπό νόμιμο καθεστώς παραμονής και έχει δυνατότητα μετακίνησης και σε άλλες χώρες.
Τα μέλη του εγκληματικού δικτύου για να προχωρήσουν στην κατάρτιση των πλαστών εγγράφων παραλάμβαναν τα απαιτούμενα υλικά (φωτογραφίες, στοιχεία ταυτότητας, σώματα εγγράφων κ.λπ.), είτε δια ζώσης, είτε, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος διέμενε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή διαδικτυακών εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων.


Τη διεκπεραίωση των παραγγελιών αναλάμβανε ο κεντρικός πυρήνας του εγκληματικού δικτύου, που απαρτιζόταν από τέσσερα άτομα, τα οποία είχαν δημιουργήσει και «στεγάσει» ισάριθμα, πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια («πλαστογραφεία»/print shops), στο Νέο Κόσμο, στην Πλατεία Κολιάτσου, στο Παγκράτι και στα Κάτω Πατήσια.
Τα πλαστά έγγραφα που κατάρτιζαν στα εργαστήρια ήταν κυρίως:
διαβατήρια διαφόρων κρατών,
δελτία ταυτότητας ελληνικά και χωρών Schengen,
άδειες οδήγησης ελληνικές και χωρών Schengen νέου τύπου,
Ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενών ,
άδειες διαμονής ελληνικές, ιταλικές και διαφόρων άλλων ευρωπαϊκών χωρών,
σφραγίδες θεώρησης εισόδου και εξόδου από το έδαφος Schengen (συνοριακή διέλευση),
πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες τραπεζών και
ευρωπαϊκές κάρτες υγείας.

Μετά το πέρας της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων τα παρέδιδαν στους ενδιαφερόμενους απευθείας, είτε μέσω εταιρειών ταχυδρομικών μεταφορών, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος βρισκόταν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Μάλιστα, στις περιπτώσεις προμήθειας «κλασικών» ταξιδιωτικών εγγράφων, τα μέλη του εγκληματικού δικτύου παρέδιδαν επιπλέον συνοδευτικά και υπό τη μορφή «bonus»: πλαστή ελληνική άδεια οδήγησης νέου τύπου, πλαστή κάρτα τραπέζης και πλαστή κάρτας υγείας.

Η συνοδευτική αυτή παράδοση είχε ως απώτερο σκοπό την ενίσχυση της αληθοφάνειας και την παραπλάνηση των διωκτικών Αρχών σε περίπτωση ελέγχου.
Άλλο βασικό χαρακτηριστικό της εγκληματικής οργάνωσης είναι ο επαγγελματικός τρόπος λειτουργίας της, όσον αφορά στην ποιότητα και πιστότητα των πλαστογραφημένων εγγράφων και στην αμεσότητα στην εκτέλεση των παραγγελιών.
Είναι ενδεικτικό η όλη διαδικασία, από την  παραγγελία και παράδοση σωμάτων εγγράφων και υλικών νόθευσης, μέχρι την κατάρτιση και παράδοση των πλαστογραφημένων εγγράφων, λάμβανε χώρα ακόμη και σε χρονικό διάστημα λίγων ωρών.
Η χρηματική αμοιβή που απαιτούσαν τα μέλη του δικτύου για τα πλαστά έγγραφα κυμαινόταν ανάλογα με το είδος τους. Ενδεικτικά για τα πλαστά διαβατήρια κυμαίνονταν από 400 έως 500 ευρώ, ενώ και για την υπόλοιπη γκάμα των πλαστών εγγράφων είχαν καθορίσει επιμέρους αμοιβές.
Θα ήθελα να επισημάνω ότι για όλες τις ταυτοποιημένες περιπτώσεις αποστολής και παραλαβής πλαστών εγγράφων από άτομα που διαμένουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχουμε ενημερώσει αναλυτικά τις αντίστοιχες αστυνομικές Αρχές, οι οποίες έχουν εκδηλώσει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την υπόθεση αυτή .
Συνεχίζοντας την παρουσίαση θα ήθελα να αναφέρω ότι το εγκληματικό δίκτυο, παράλληλα με την παραπάνω κύρια δραστηριοποίηση του,  αναλάμβανε και τη διακίνηση αλλοδαπών, κατά βάση αλβανικής καταγωγής, από τη χώρα μας με τελικό προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το εγκληματικό δικτύο εφοδίαζε τους αλλοδαπούς αυτούς με πλαστά έγγραφα, ενώ η διακίνηση γινόταν κυρίως μέσω του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος». Μάλιστα για να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό χρησιμοποιούσαν ως ενδιάμεσους σταθμούς (transit) διαφορές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Σουηδία.
Διακριβώσαμε όλα τα «δρομολόγια» που χρησιμοποιούσε το εγκληματικό δίκτυο, αντλώντας στοιχεία από διεθνείς αεροπορικές εταιρείες και ευρωπαϊκές διωκτικές Αρχές, μέσω της Europol, σχετικά με κρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, που είχαν πραγματοποιηθεί για τους «πελάτες» του εγκληματικού δικτύου.
Μέσα από τη διαδικασία αυτή καταφέραμε να ταυτοποιήσουμε περιστατικά διακίνησης κατά το παρελθόν, τα οποία εντοπίστηκαν από αλλοδαπές διωκτικές Αρχές και κυρίως να αποτρέψουμε τα πιο πρόσφατα, σε συνεργασία με το Τμήμα Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών και με αλλοδαπές συνεργαζόμενες Υπηρεσίες.
Το συνολικό κόστος της διακίνησης μαζί με την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων ανερχόταν τουλάχιστον στις 2.250 ευρώ, ανά διακινούμενο, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας και νέας προσπάθειας απαιτούσαν την καταβολή επιπλέον 2.250 ευρώ ως ασφάλεια, δηλ συνολικά 4.500 ευρώ.

Τα στοιχεία που σας προανέφερα σκιαγραφούν το γενικό περίγραμμα του εγκληματικού αυτού δικτύου, για το όποιο περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη μεθοδολογία και τον τρόπο δράσης του, θα σας αναπτύξει στη συνέχεια η Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνόμος Β Ροτζιώκου Ιωάννα.
Προτού παραχωρήσω τον λόγο στον κ. Gabor Sztankovics θα ήθελα να επισημάνω ότι η προδικαστική έρευνα για τη συγκεκριμένη υπόθεση εντάχθηκε στη Δράση 2.5 της Ευρωπαϊκής Πολυτομεακής Πλατφόρμας Καταπολέμησης Εγκληματικών Απειλών, στην οποία ηγείται η χώρα μας και στοχεύει στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών, μέσω της Ανατολικής Μεσογειακής Οδού.
Επιπρόσθετα, καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας αναπτύξαμε στενή συνεργασία με τους φορείς του Εθνικού Σχεδίου Επιχειρήσεων, το οποίο συνυπογράφηκε το 2016 από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και το Διευθυντή της Europol, στοχεύοντας στην καταπολέμηση δικτύων παράνομης διακίνησης μεταναστών.

Σημειώνω ακόμα την ενεργή υποστήριξη της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ελληνικής Αστυνομίας και του Γραφείου της Περιφερειακής Ομάδας Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Πειραιά,  η λειτουργία του οποίου εντάσσεται στον Ευρωπαϊκό Κύκλο Πολιτικής για την καταπολέμηση του διεθνούς σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης δράσης, την 10 Οκτώβριου 2017, συγκαλέσαμε επιχειρησιακή συνάντηση στην έδρα της Europol, με τη συμμετοχή των Ιταλικών, Ισπανικών, Πορτογαλικών, Γερμανικών, Γαλλικών, Ιρλανδικών, Σουηδικών και Βρετανικών Αρχών.

Η συνάντηση ήταν απότοκος της αδιάκοπης ανταλλαγής πληροφοριών με τους αλλοδαπούς Φορείς και της συνεχούς αναλυτικής υποστήριξης της Europol.

Μάλιστα, κατά την επιχείρηση για την εξάρθρωση του εγκληματικού δικτύου, Αξιωματικοί των Ισπανικών και Γερμανικών Αρχών, καθώς και εκπρόσωπος του Γραφείου της Περιφερειακής Ομάδας Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Πειραιά  παραβρέθηκαν ως παρατηρητές και πραγματοποίησαν, σε πραγματικό χρόνο, διασταύρωση στοιχείων που ανασύρθηκαν από τα ευρήματα.

Όπως αντιλαμβάνεστε, η Ελληνική Αστυνομία στηρίζει το πλαίσιο της ευρωπαϊκής αστυνομικής συνεργασίας και αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δυνατότητες που προσφέρει στην αποτελεσματική  αντιμετώπιση των σύγχρονων οργανωμένων μορφών εγκλήματος, που μας αφορούν όλους .

Με την επισήμανση αυτή θα ήθελα να παρακαλέσω τον κ. Gabor Sztankovics  να λάβει τον λόγο. 

Σας ευχαριστώ.


Ειδικός επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταπολέμησης Παράνομης Μετανάστευσης της Europol, Gabor Sztankovics (μεταφρασμένο κείμενο):

Η πλαστότητα εγγράφων είναι μία σημαντική εγκληματική απειλή στην Ευρώπη.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Παράνομη Διακίνηση Ανθρώπων (EMSC) δημιουργήθηκε τον  Φεβρουάριο του 2016. Πρόκειται για μία μικρή αλλά αφοσιωμένη ομάδα ως προς την καταπολέμηση του εγκλήματος που σχετίζεται με την διακίνηση ανθρώπων.
Ελληνικό Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο
Στις 3 Ιουνίου του 2016, η Europol και η Ελληνική Αστυνομία υπέγραψαν το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο. Ο κύριος σκοπός αφορά στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ανθρώπων στην Ελλάδα. Παρέχει ένα σταθερό πλαίσιο για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο μερών.
Η Europol καλωσορίζει το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο, ως ένα σημαντικό βήμα στη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης. Το Επιχειρησιακό Σχέδιο θα ενισχύσει τον συντονισμό των δράσεων που λαμβάνουν χώρα από τις ελληνικές αρχές (Ελληνική Αστυνομία και Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή), τη Europol και άλλες αρμόδιες ευρωπαϊκές υπηρεσίες και διεθνείς οργανισμούς (Frontex, Eurojust, Interpol) στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ανθρώπων. Επισημοποιεί τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της Europol στα hotspots, υπό την εποπτεία και το νομικό πλαίσιο των ελληνικών αρχών. Αυτή η υπόθεση είναι ένα απτό αποτέλεσμα του Ελληνικού Εθνικού Επιχειρησιακού Σχεδίου.
Η υποστήριξη προς την Ελλάδα, τόσο στα hotspots όσο και στην ηπειρωτική χώρα, είναι μία βασική προτεραιότητα της Europol.
Πλαστότητα εγγράφων
Η πλαστότητα εγγράφων, το ξέπλυμα χρήματος και το διαδικτυακό εμπόριο παρανόμων αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τις «μηχανές» του οργανωμένου εγκλήματος. Αυτές οι εγκληματικές απειλές ενεργοποιούν και διευκολύνουν τις περισσότερες, αν όχι όλες, τις άλλες μορφές σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος. Η καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων που σχετίζονται με την πλαστότητα εγγράφων, το ξέπλυμα χρήματος και το διαδικτυακό εμπόριο παρανόμων αγαθών και υπηρεσιών, θα μειώσει σημαντικά την ικανότητα αυτών για να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους και να επεκταθούν σε νέες αγορές. Η πλαστότητα εγγράφων έχει αναδειχθεί ως κύρια εγκληματική δραστηριότητα που σχετίζεται με τη μεταναστευτική κρίση.
Για τον παραπάνω λόγο, έχει γίνει μία προτεραιότητα, σύμφωνα με τον νέο Κύκλο Πολιτικής της Ε.Ε. για τα έτη 2018-2021.
Λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη χρήση πλαστών ταυτοτήτων / εγγράφων από τα δίκτυα διακίνησης, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Καταπολέμηση της Παράνομης Διακίνησης Ανθρώπων (EMSC) έχει μία εξειδικευμένη δράση ως προς τα δίκτυα που σχετίζονται με εργαστήρια κατασκευής πλαστών εγγράφων και στοχεύει στο να ενισχύσει τις δυνατότητες της Europol ως προς τη διασύνδεση μεμονωμένων περιστατικών.
Το EMSC έχει αναπτύξει στενή συνεργασία με το Εργαστήριο EC3 της Europol. Για υποθέσεις υψηλής προτεραιότητας, η τεχνογνωσία και οι υπηρεσίες του Εργαστηρίου Εγκληματολογικών Ερευνών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας υποστήριξης ως προς την ταυτοποίηση εκτυπωτών, την ανάλυση και τη σύγκριση κατασχεθέντων εγγράφων, παρέχονται προς τα Κράτη Μέλη, σε συστηματική βάση.
Το  EMSC εξετάζει τρόπους βελτίωσης της αναλυτικής υποστήριξης προς τα Κράτη-Μέλη, συμπεριλαμβάνοντας στα προϊόντα και τις υπηρεσίες του, μία λύση για αυτόματη σύγκριση των πλαστών/ πλαστογραφημένων εγγράφων. Η κύρια αξία αυτού θα είναι η δυνατότητα ταυτοποίησης διασυνδεδεμένων υποθέσεων.
Το EMSC συμμετέχει στην Δράση EMPACT 3.1 ως προς την πλαστότητα ταυτοτήτων και εγγράφων.
Το 2016, το EMSC έλαβε περισσότερες από 490 νέες συνεισφορές (SIENA), που σχετίζονται με την πλαστότητα ταυτοτήτων και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για πάνω από 2500 ύποπτα έγγραφα. Το EMSC υποστήριξε 22 υποθέσεις προτεραιότητας.
Μεταξύ 25-30% των υποθέσεων που έλαβε το EMSC έχουν κάποιο στοιχείο σχετικό με πλαστότητα ταυτότητας ή εγγράφων.
Το EMSC υποστηρίζει 12 υποθέσεις προτεραιότητας που σχετίζονται άμεσα με εργαστήρια κατασκευής πλαστών εγγράφων.
Η Europol έλαβε πληροφορίες σχετικά με παραπάνω από 22 εργαστήρια ή αποθήκες πλαστών εγγράφων που βρίσκονται στην Ε.Ε. (κυρίως Ελλάδα) και στην Τουρκία.
Σύμφωνα με πηγές, ο εντοπισμός χρηστών τέτοιων εγγράφων ανέρχεται σε περίπου 20.000. Οι εντοπισμοί στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. το 2016 μειώθηκαν κατά 14% σε σχέση με το 2015 (9.286 εντοπισμοί), κυρίως λόγω του χαμηλού αριθμού των υπηκόων Συρίας που έρχονται από την Τουρκία. Οι περισσότερες υποθέσεις πλαστότητας εγγράφων ανιχνεύονται στα εναέρια σύνορα (77% όλων των εντοπισμών). Ο εντοπισμός τέτοιων εγγράφων έχει μειωθεί επίσης κατά 15% για τις μετακινήσεις εντός ζώνης Schengen (11.104 άτομα εντοπίστηκαν με συνολικά 12.628 έγγραφα).
Στατιστικά Επιχείρησης “TAURUS” 
Η Europol υποστήριξε την επιχείρηση ως ακολούθως:
Οργάνωση της πρώτης επιχειρησιακής συνάντησης στο Αρχηγείο της Europol (10 Οκτωβρίου του 2017), έπειτα από αίτημα των ελληνικών Αρχών με τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Σουηδίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Οι ερευνητές αντάλλαξαν πληροφορίες σχετικά με τους κοινούς στόχους και τις επόμενες δράσεις.
Οργάνωση δεύτερης επιχειρησιακής συνάντησης στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας στην Αθήνα, κατά την ημέρα της Δράσης, με συναδέλφους από την Ισπανία και τη Γερμανία.
Εξειδικευμένη αναλυτική υποστήριξη:
Ανταλλαγή 140 μηνυμάτων μέσω του ασφαλούς δικτύου της Europol (SIENA), αποστολή 35 μηνυμάτων από το EMSC,
2 επιχειρησιακές αναλύσεις (από κοινού με οικονομική ανάλυση),
1 αναφορά ταυτοποίησης προσώπων.
Το προσωπικό του EMSC βρίσκεται μόνιμα στο Γραφείο της Europol στον Πειραιά, στο πλαίσιο της Περιφερειακής Ομάδας Δράσης της Ε.Ε. (EURTF), εργάστηκε από κοινού με τους Έλληνες ερευνητές, καθ’όλη τη διάρκεια της επιχείρησης, παρέχοντας τεχνογνωσία. Επιπλέον, το κινητό γραφείο επιχειρήσεων της Europol χρησιμοποιήθηκε συχνά καθ’  όλη τη διάρκεια της επιχείρησης.
Περίληψη
Η υποστήριξη από τη Europol καθ’ όλη την διάρκεια της έρευνας προς τις ελληνικές αρχές και προς λοιπές ευρωπαϊκές υπηρεσίες, συνοψίζεται ως ακολούθως:

Μόνιμη παρουσία προσωπικού της Europol στο Γραφείο της Europol στον Πειραιά, μέσω της οποίας εξασφαλίσθηκε η διαρκής υποστήριξη των ελληνικών αρχών. Παράλληλα, επετεύχθη η ανταλλαγή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο με την χρήση του κινητού γραφείου επιχειρήσεων του οργανισμού, το οποίο βρίσκεται σε μόνιμη βάση στο Γραφείο του Πειραιά.
Χρηματοδότηση και συντονισμός 2 επιχειρησιακών συναντήσεων (Χάγη και Αθήνα) από το Αρχηγείο της Europol, όπου οι ερευνητές διαφόρων υπηρεσιών εμπλεκομένων κρατών - μελών αντάλλαξαν απόψεις και σχεδίασαν τα επόμενα βήματα της επιχείρησης.
Από την αρχή της επιχείρησης, παρασχέθηκε εξειδικευμένη αναλυτική υποστήριξη (επιχειρησιακή ανάλυση, ταυτοποίηση προσώπων, οικονομική ανάλυση). Επιπλέον η Europol βοήθησε στην ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα εμπλεκόμενα Κράτη Μέλη, μέσω των Γραφείων Συνδέσμων που εδρεύουν στο Αρχηγείο της στη Χάγη.
Η υποστήριξη προς την Ελλάδα θα συνεχιστεί ακόμα και μετά το πέρας της επιχείρησης, μέσω της εργαστηριακής εξέτασης των κατασχεθέντων πειστηρίων προκειμένου να διαπιστωθεί η ανάμειξη σε λοιπές εκκρεμείς και μη υποθέσεις σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τα κατασχεθέντα έγγραφα θα ελεγχθούν στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν καταχωρηθεί ως κλαπέντα/απολεσθέντα. Η Europol θα μπορούσε να εργαστεί στο πλευρό των ελληνικών αρχών, προκειμένου να γίνουν αυτοί οι έλεγχοι και σε μεταγενέστερο στάδιο και να παρασχεθούν «πληροφοριακά πακέτα» στα λοιπά Κράτη Μέλη, προκειμένου να λάβουν περαιτέρω μέτρα.
Η Europol μπορεί να συνεργασθεί με τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας προκειμένου να παρέχει μία ολοκληρωμένη εικόνα της ποιότητας των κατασχεθέντων εγγράφων και του τρόπου δράσης και κατασκευής αυτών. Σκοπός είναι να πληροφορηθούν τα Κράτη Μέλη σχετικά με την ποιότητα των κατασχεθέντων εγγράφων και τις δυσκολίες ανίχνευσης κατά τις διαδικασίες ελέγχου εγγράφων. Έχοντας υπόψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την ποιότητα των κατασχεθέντων εγγράφων (όχι μόνο ως προς τη συγκεκριμένη επιχείρηση αλλά και για άλλες εν εξελίξει επιχειρήσεις) και το γεγονός ότι η Europol μπορεί να έχει τη «συνολική εικόνα» των εγγράφων που εντοπίζονται και κατάσχονται κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων (κατά την διάρκεια των συχνών ελέγχων στα συνοριακά σημεία ελέγχου), η Europol θα μπορούσε να ανταλλάξει αυτές τις πληροφορίες με τα Κράτη Μέλη.

Υπάρχει μία μεγάλη ζήτηση για πλαστά έγγραφα της Ε.Ε. στην Ευρώπη για τη νομιμοποίηση της παραμονής σε αυτή. Οι αρχές επιβολής του νόμου πρέπει συνεχώς να παρακολουθούν αυτά τα περιστατικά. Η επιτυχία συνέβαλλε στην ασφάλεια ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μία μεγάλη ζημιά στις εγκληματικές οργανώσεις παράνομης διακίνησης ανθρώπων. Γι’ αυτό, συγχαίρω όλες τις Υπηρεσίες για την άψογη δουλειά.

Εκπρόσωπος Τύπου Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνόμος Β’ Ιωάννα Ροτζιώκου:
Καλημέρα σας,
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο πλαίσιο  επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε την 31η Οκτωβρίου και 1η Νοεμβρίου 2017 σε περιοχές της Αττικής, εξαρθρώθηκε εγκληματικό δίκτυο και  συνελήφθησαν (20) μέλη του δικτύου, από τους οποίους (1) ημεδαπός, (4) ημεδαποί Αλβανικής καταγωγής, (9) υπήκοοι Αλβανίας, (3) υπήκοοι Συρίας, υπήκοος Ιράκ, υπήκοος Ιράν και υπήκοος Μπαγκλαντές.
Σε βάρος τους σχηματίσθηκε κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία για τα –κατά περίπτωση αδικήματα- της εγκληματικής οργάνωσης, πλαστογραφίας και διευκόλυνσης εξόδου από το ελληνικό έδαφος, πολιτών τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στον προβλεπόμενο έλεγχο.
Συγκατηγορούμενοι τυγχάνουν (3) επιπλέον άτομα και συγκεκριμένα (2) υπήκοοι Αλβανίας και ημεδαπός.

Ως προς τους ρόλους των εμπλεκομένων αναφέρονται τα εξής:
Α) κεντρικό ρόλο κατείχαν οι (4) πλαστογράφοι, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει αντίστοιχα (4) πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια («πλαστογραφεία»/print shops),σε περιοχές της Αττικής, με κατάλληλο ψηφιακό εξοπλισμό, όπου σε καθημερινή βάση, προέβαιναν στην κατάρτιση εξ υπαρχής ή με διαδικασία νόθευσης πλαστών εγγράφων πάσης φύσεως. Μάλιστα, ορισμένες φορές  χρησιμοποιούσαν σώματα γνησίων εγγράφων ως «βάσεις» για τις απαιτούμενες τροποποιήσεις. Τα γνήσια αυτά  έγγραφα είτε είχαν απολεσθεί, είτε είχαν αφαιρεθεί με παράνομο τρόπο από τους πραγματικούς κατόχους.
Οι πλαστογράφοι για να αποφύγουν πιθανή σύλληψη ή στοχοποίησή τους, σπανίως πραγματοποιούσαν απευθείας συναντήσεις με τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης ή τους «πελάτες». Για αυτό το λόγο, το διαμεσολαβητικό ρόλο για την παράδοση και παραλαβή των πλαστών εγγράφων και των φωτογραφιών των «πελατών», είχαν αναλάβει άμεσοι συνεργάτες τους, στους οποίους έδιναν ακριβείς εντολές για το μέρος και το πρόσωπο, με το οποίο θα πραγματοποιούσαν συνάντηση.
Β) Τα υπόλοιπα μέλη του εγκληματικού δικτύου δέχονταν καθημερινά τηλεφωνικές παραγγελίες από υποψήφιους «πελάτες», εσωτερικού και εξωτερικού, παραλάμβαναν τα απαιτούμενα υλικά (όπως για παράδειγμα, φωτογραφίες, στοιχεία ταυτότητας, σώματα εγγράφων κ.λπ.) για την προώθηση της παραγγελίας στους πλαστογράφους είτε απευθείας,  είτε μέσω των άμεσων συνεργατών τους.
Με το πέρας της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων, τα μέλη του δικτύου παραλάμβαναν τα πλαστά έγγραφα από τους πλαστογράφους και τα παρέδιδαν οι ίδιοι στους «πελάτες», λαμβάνοντας χρηματική αμοιβή εκ της οποίας, ένα μέρος κρατούσαν ως προμήθεια για τη μεσολάβηση τους, ενώ το υπόλοιπο το εισέπραττε ο εκάστοτε πλαστογράφος. Ενώ όταν επρόκειτο για «πελάτες» εξωτερικού,  αυτά παραδίδονταν μέσω ταχυδρομικών εταιρειών.
Γ) Επιπρόσθετα, κάποια από τα μέλη πέραν των παραγγελιών ήταν επιφορτισμένα με τον επιπρόσθετο ρόλο να εφοδιάζουν τους πλαστογράφους με σώματα γνησίων εγγράφων και με αναλώσιμα είδη (για παράδειγμα φωτογραφικό φιλμ, πλαστικές ζελατίνες, κλ.π.), τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων.


Ως προς τη μεθοδολογία και τον τρόπο δράσης τους αναφέρονται τα εξής:
Τα πλαστά έγγραφα είτε αποστέλλονταν σε ενδιαφερόμενους σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε παραδίδονταν σε «πελάτες» εντός Ελλάδας.
Ειδικότερα, για τους «πελάτες» του εσωτερικού  οι περισσότερες συναντήσεις μεταξύ των μελών πραγματοποιούνταν είτε σε «στέκια» ομοεθνών τους στο κέντρο των Αθηνών, είτε σε καταστήματα πέριξ των οικιών τους, προσδίδοντας, με αυτό τον τρόπο, τη μέγιστη δυνατή «ασφάλεια» κατά τις συναλλαγές τους.
Ενδεικτικό των μέτρων ασφαλείας που λάμβαναν τα μέλη του δικτύου, είναι το γεγονός της στρατολόγησης μέλους, το οποίο εκμεταλλευόμενο την ιδιότητά του ως οδηγός ταξί, πραγματοποιούσε χαμηλού ρίσκου παραδόσεις/παραλαβές πλαστών εγγράφων. 
Μάλιστα, αξίζει να μνημονευθεί, ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης για την μεταξύ τους επικοινωνία χρησιμοποιούσαν κωδικές ονομασίες.
Ο εντοπισμός των υποψήφιων «πελατών» πραγματοποιούνταν τόσο μέσω του «κοινωνικού δικτύου» που είχαν αναπτύξει τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, κυρίως με ομοεθνείς τους, όσο και με την «από στόμα σε στόμα» διάδοση της «υψηλής ποιότητας των υπηρεσιών» που παρείχε το δίκτυο. Ωστόσο, η τελική επιλογή των υποψήφιων «πελατών» γινόταν κατόπιν τηλεφωνικής συνέντευξης. Εφόσον αυτή ολοκληρωνόταν «επιτυχώς», ακολουθούσε face control  του ατόμου και τα επόμενα στάδια της διακίνησης, ανάλογα με τη χώρα στην οποία βρισκόταν ο διακινούμενος αλλοδαπός. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι εάν το χρώμα του πελάτη ήταν υπερβολικά μελαμψό ή η γνώση της ελληνικής/αγγλικής γλώσσας δεν ήταν επαρκής, τότε το μέλος του εγκληματικού δικτύου δεν αναλάμβανε τη διακίνηση.
Σχετικά  με τη χρηματική αμοιβή που απαιτούσαν τα μέλη του δικτύου για την πώληση των πλαστών εγγράφων στους «πελάτες», αυτή κυμαινόταν ανάλογα με το είδος του εγγράφου. Ενδεικτικά για πλαστά διαβατήρια από 400 έως 500 ευρώ, για πλαστά δελτία ταυτότητας από 150 έως 200 ευρώ, για πλαστές άδειες οδήγησης περί τα 150 ευρώ και για πλαστά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις από 30 έως 50 ευρώ.

Αναφορικά με τις φωτογραφίες που χρησιμοποιούνταν για τα πλαστά έγγραφα, η οργάνωση έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην ευπρεπή εξωτερική εμφάνιση και ενδυμασία των «πελατών», έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος έγερσης υποψιών σε τυχόν έλεγχο τους στο αεροδρόμιο. Τα μέλη του δικτύου παραλάμβαναν από τους «πελάτες» μαζί με τις φωτογραφίες και το χρηματικό ποσό που απαιτούνταν, τόσο για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, όσο και για την οργάνωση της διακίνησης (έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων κ.λπ.).
Τονίζεται, ότι τα πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα πωλούνταν σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών (κυρίως Αλβανούς), οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν για να εξέλθουν (μέσω αεροδρομίων) παράνομα από μία χώρα, έχοντας ως τελικό προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο και ενδιάμεσους σταθμούς διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες (χώρες transit). Αξιοσημείωτο είναι,  ότι τα συγκεκριμένα μέλη αναλάμβαναν όλη τη διαδικασία οργάνωσης της διακίνησης και πιο συγκεκριμένα την κράτηση των εισιτηρίων, την παροχή συμβουλών στους διακινούμενους και σε ορισμένες περιπτώσεις τη συνοδεία αυτών στο εκάστοτε αεροδρόμιο.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης διενεργήθηκαν (23) έρευνες σε οικίες και καταστήματα και εντοπίστηκαν (4) πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια κατάρτισης πλαστών εγγράφων (print shops), αποτελούμενα από μεγάλο όγκο γραφικής ύλης, αναλώσιμων, μικροεργαλείων, εξαρτημάτων, ηλεκτρονικό εξοπλισμό και μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, που χρησιμοποιούνται τόσο για τη νόθευση γνήσιων εγγράφων, όσο και για την κατάρτιση υψηλής ποιότητας εξ υπαρχής πλαστών εγγράφων.
Επιπλέον, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
πλήθος σφραγίδων (στρογγυλές, δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, αλλοδαπών αρχών κ.λπ.),
πλήθος διαβατηρίων (πλήρη ή μέρη αυτών) και ταυτοτήτων (συμπληρωμένων ή μη) τρίτων προσώπων διαφόρων χωρών,
κενών θεωρήσεων visa,
άδειες ικανότητας οδήγησης,
κάρτες ελληνικών τραπεζών,
πλήθος πλαστών εγγράφων πάσης φύσεως (κάρτες ασφάλισης, πιστοποιητικά κ.λπ.),
μεγάλος αριθμός ψηφιακών και αποθηκευτικών μέσων,
πυροβόλο όπλο,
(100) γραμμάρια κάνναβης,
αυτοκίνητο και (3) δίκυκλα,
το χρηματικό ποσό των (54.815) ευρώ,
εκατοντάδες παραστατικά χρηματικών εμβασμάτων με αποδέκτες ή παραλήπτες σε χώρες προορισμού ή ενδιάμεσων σταθμών και
εκατοντάδες αποδεικτικά κρατήσεων αεροπορικών εισιτηρίων από και προς χώρες προορισμού ή ενδιάμεσων σταθμών.
Οι συλληφθέντες, οδηγήθηκαν ενώπιον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος τους παρέπεμψε σε Τακτικό Ανακριτή, ενώ οι έρευνες για τον εντοπισμό των μη συλληφθέντων δραστών και την αξιοποίηση των κατασχεθέντων πειστηρίων βρίσκονται σε  εξέλιξη, συνεργαζόμενοι, τόσο με τη Europol, όσο και με ομόλογες Υπηρεσίες του εξωτερικού.
Επιπλέον, σας γνωρίζουμε ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα από Υπηρεσίες της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής εξιχνιάστηκαν οι κάτωθι υποθέσεις για τις οποίες θα εκδοθούν και σχετικά δελτία τύπου, συγκεκριμένα:
Α) Από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Αττικής εξαρθρώθηκε εγκληματική ομάδα  τα μέλη της οποίας διακινούσαν ακατέργαστη κάνναβη(ακόμη και σε μαθητές γυμνασίων και λυκείων), στις περιοχές του Ζωγράφου, της Καισαριανής, του Βύρωνα και του Παγκρατίου στο πλαίσιο της οποίας συνελήφθησαν (10) άτομα, εκ των οποίων (8) υπήκοοι Αλβανίας και (2) ημεδαποί.
Β) Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής:
Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν στην αποθήκευση – επεξεργασία- συσκευασία και περαιτέρω διακίνηση σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης  στην εγχώρια παράνομη αγορά ναρκωτικών, ιδίως στις περιοχές του Περιστερίου και του Αιγάλεω, αλλά και σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας. Στο πλαίσιο αυτής συνελήφθησαν  (11) άτομα, εκ των οποίων (10) ημεδαποί και (1) υπήκοος Αλβανίας,

συνελήφθησαν (2) υπήκοοι Αλβανίας για οργάνωση μεταφοράς – αποστολής ποσοτήτων κοκαΐνης, δια θαλάσσης - μέσω ακτοπλοϊκών γραμμών στη νησιωτική χώρα, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση.

Γ) Από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας  Δυτικής Αττικής:
στο πλαίσιο πραγματοποίησης ειδικής δράσης στην περιοχή του Ασπροπύργου, συνελήφθησαν  (4)  ημεδαποί για παράβαση της νομοθεσίας που αφορά τα όπλα και τις εξαρτησιογόνες ουσίες, ενώ διενεργήθηκαν (2) έρευνες σε οικίες,
συνελήφθη υπήκοος Πακιστάν για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην ευρύτερη περιοχή του Ασπρόπυργου και
συνελήφθησαν ημεδαπός και δύο υπήκοοι Πακιστάν για κλοπή, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, πλαστογραφία και αντίσταση στην περιοχή των Λιοσίων.
Δ) Από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Πειραιά συνελήφθησαν (2) υπήκοοι Κίνας για κατοχή και διακίνηση απομιμητικών προϊόντων στην περιοχή των Αχαρνών.
Ε) Από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βορειοανατολικής Αττικής συνελήφθη  ημεδαπός για ληστείες και  διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών σε ιερούς ναούς, σε διάφορες περιοχές της Βορειοανατολικής Αττικής.
Σας ευχαριστώ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου